Η πληθυσμιακή και συνεπαγόμενη οικοδομική έκρηξη των δεκαετιών του 60 και 70 στο λεκανοπέδιο της Αττικής, διαφοροποίησε ριζικά την σημασία των κενών-ελεύθερων χώρων καθώς και των ορεινών όγκων. Η υπερ-συγκέντρωση ανθρώπων και δραστηριοτήτων μετέτρεψε τη δυνατότητα του ελεύθερου χώρου αναψυχής σε κρίσιμο όρο για τη στοιχειώδη ποιότητα ζωής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι αρχαιολογικοί χώροι απέκτησαν την δική τους ιδιαίτερη σημασία. Στο διάστημα αυτό πέρασαν από την φάση του κενού χώρου, στην κήρυξη και διάσωση, τις απαλλοτριώσεις, την έρευνα τη συντήρηση και ανάδειξη, για να φτάσουν στο τέλος της δεκαετίας του 90 στη φάση της απόλυτης αξιοποίησης και τουριστικής εκμετάλλευσης με περιφράξεις, ωράριο και εισιτήριο εισόδου.

Για την ανθρώπινη κλίμακα ζωής αυτή η εξέλιξη μπορεί να μοιάζει μακρινή. Για την εξέλιξη όμως μιας πόλης η διαδοχή των φάσεων αυτών είναι κατακλυσμική. Και σαν τέτοια αναπόφευκτα παράγει νέες ανάγκες και άρα αποζητά και νέες πολιτικές διαχείρισης και ισορροπίας.

Η σημασία και ο ρόλος του δημόσιου αρχαιολογικού χώρου στην πόλη έχει πια αλλάξει και αυτό απαιτεί, μια νέα αντίληψη ένταξης του. Αντιμετωπίζουμε εδώ δύο φαινομενικά αντιδιαμετρικά ζητήματα. Το ένα είναι ότι η εκτός κλίμακας πληθυσμιακή έκρηξη αποτελεί αντικειμενική φυσική απειλή για τα αρχαία κατάλοιπα αλλά και για την ηρεμία των αρχαιολογικών και εν γένη ελεύθερων χώρων. Από την άλλη όμως η ανάγκη για χώρους πρασίνου, αναψυχής, στοχασμού και ηρεμίας εντός της πόλης είναι πιο επιτακτική παρά ποτέ για τους κατοίκους της.

Συνεπώς το μεγάλο ζητούμενο για τους πολίτες, την πολιτεία και την επιστημονική κοινότητα είναι με πιο τρόπο δεν θα αντιμετωπίσουμε την αντίφαση αυτή, στρέφοντας το ένα κοινωνικό αγαθό κατά του άλλου, αλλά θα βρούμε την ισορροπία διαφυλάσσοντας την ενότητα του πολιτιστικού, φυσικού και ανθρώπινου περιβάλλοντος. Θα διαβάσουμε τις ανάγκες των καιρών και θα τις αντιμετωπίσουμε, ή θα παρατηρούμε τα πράγματα να εξελίσσονται αποσπασματικά κάνοντας ακόμα πιο εχθρική την πόλη μας και δημιουργώντας εκρηκτικές κοινωνικές εντάσεις;

Παράλληλα τα τελευταία χρόνια έγινε φανερό σε μεγάλη κλίμακα ότι η προστασία πολιτιστικής κληρονομιάς κάθε άλλο παρά τυφλή και ουδέτερη είναι. Έχουμε φαινόμενα όπου η ύπαρξη αρχαίων κατάλοιπων χρησιμοποιείται ως μέσο περιορισμών κατά των πολιτών ή ως μέσω για εμπορευματοποίηση, ενώ έχουμε άλλες περιπτώσεις όπου η ύπαρξη αρχαίων ή μνημείων αρχιτεκτονικής κληρονομίας δεν αποτέλεσε εμπόδιο σε εργολαβικά συμφέροντα για να προχωρήσουν σε καταστροφικές για το πολιτιστικό και φυσικό περιβάλλον επενδύσεις. Από απλά κτίρια, μέχρι αυτοκινητόδρομους και αεροδρόμια.

Η σημερινή πολιτική και λογική  διαχείρισης των αρχαιολογικών χώρων είναι φανερό ότι έχει οδηγήσει σε μια σειρά από σοβαρά αδιέξοδα. Η ενοποίηση αρχαιολογικών χώρων, παρά τα θετικά της, εξελίχθηκε στην μεγαλύτερη εργολαβία περιφράξεων και τεμαχισμού που έχει γνωρίσει η πόλη. Πολλοί χώροι της απονεκρώθηκαν. Οι περισσότεροι απαιτούν δαπανηρό εισιτήριο εισόδου. Η επισκεψημότητα τους είναι τόσο χαμηλή που ούτε τα έσοδα δεν δικαιολογούν για πολλούς χώρους το εισιτήριο. Πχ η αρχαία αγορά έκοβε κατά μέσο όρο 198 εισιτήρια την ημέρα το 2008. Η Ρωμαϊκή αγορά 41 και ο Κεραμεικός 22!
Η ευρύτερη περιοχή των αρχαιολογικών χώρων της αρχαίας Αθήνας απειλείται από τις χρήσεις γης, καθώς υποχωρεί η ποιοτική κατοικία, υπέρ των νυχτερινών κέντρων της υπερσυγκέντρωσης κόσμου και τα εκατοντάδες παράνομα τραπεζοκαθίσματα και σταθμευμένα ή διερχόμενα αυτοκίνητα.

Η Ακαδημία Πλάτωνα αφέθηκε στην τύχη της και απειλείται από τους εργολάβους. Του Φιλοπάππου ακόμα δίνει μάχη να γλιτώσει την περίφραξη, το ωράριο και το επικρεμάμενο εισητηριο. Η Πλάκα πάλι μπαίνει στο στόχαστρο των νυχτερινών κέντρων, Η Αγροτέρα ακόμα περιμένει τη δικαίωση.  Τα βιομηχανικά μνημεία της τεχνόπολης, απειλούνται και αυτά από τα σχέδια του Δήμου Αθηναίων για εμπορικές χρήσεις. Ακόμα και τα τελευταία 1000 μέτρα της αρχαίας Ιεράς οδού στο Χαϊδάρι απειλούνται από νέους αυτοκινητόδρομους.

Για όλα αυτά τα ζητήματα και πολύ περισσότερες πτυχές τους, οφείλουμε να ανοίξουμε ένα ουσιαστικό διάλογο. Να ανιχνεύσουμε και να διατυπώσουμε αυτές τις αρχές, αυτά τα αιτήματα, αυτές τις πολιτικές που θα διασώσουν εκ νέου, εκτός από την πολιτιστική κληρονομία και τον κοινωνικό της χαρακτήρα. Που θα απαντήσουν με ενιαία κριτήρια στο ζήτημα της ένταξης των αρχαιολογικών χώρων στη ζωή της πόλης αποκρούοντας τοπικές πιέσεις συμφερόντων ή πολιτικές που μετατρέπουν τμήματα της πόλης σε αρένες εμπορευματοποίησης και την πολιτιστική μας κληρονομία σε συσκευασμένο τουριστικό προϊόν. Που μετατρέπουν τελικά τον πολίτη σε πελάτη.

Μια ακόμα σημαντική παράμετρος του ζητήματος διαχείρισης πολιτιστικής κληρονομιάς και του κοινωνικού της χαρακτήρα είναι η πολιτική μνημειοποίησης-αποστείρωσης. Δηλαδή το συχνό φαινόμενο τα ευρήματα και οι τόποι, στα πλαίσια της ανάδειξης τους, να επιχειρείται να αποκοπούν από το φυσικό τους περιβάλλον. Περιττές τσιμεντοστρώσεις, τοιχία, περιφράξεις, αδρανή υλικά, υπερβολική αποψίλωση βλάστησης, είναι συχνά συνοδευτικά της ανάδειξης, που στην ουσία στόχο έχουν να αποκόψουν το σημείο και διαλύσουν την διαδραστική ψυχική σχέση του πολίτη με τον τόπο. Να τον καταστήσουν θεατή. Η πρακτική αυτή συχνά έχει σχέση με την τουριστικοποίηση, ή με τον καριερισμό, αλλά όχι πάντα με τις πραγματικές ανάγκες ανάδειξης. Διαθέτει ένα επιστημονικό υπόβαθρό, το οποίο όμως συχνά παραβλέπει το σύνολο των παραμέτρων. Και φυσικά ακουμπά και το βαθύτερο ζήτημα της ιδεολογικής χρήσης της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Επόμενη παράμετρος είναι η σχέση των τοπικών κοινωνιών με την πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής τους. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν υπάρχει καμιά ειδική εκπαιδευτική μέριμνα για τους ανθρώπους και ειδικά τους μαθητές που ζουν κοντά, ή δίπλα σε αρχαιολογικούς χώρους. Η βιωματική και γνωστική σχέση των μαθητών και των κατοίκων με έναν τέτοιο χώρο θα πολλαπλασίαζε το ανθρώπινο δυναμικό προστασίας τους. Θα καθιστούσε τον δημόσιο χαρακτήρα των χώρων αυτών πραγματική καθημερινή ασπίδα προστασίας. Εκπαιδευτικά προγράμματα και «υιοθεσίες» μνημείων και τόπων από μαθητές θα μπορούσαν να συμβάλουν αποφασιστικά στην κατεύθυνση αυτή.

Το φυλακτικό προσωπικό των αρχαιολογικών χώρων, συχνά ταλαιπωρημένο από την εργασιακή ανασφάλεια των συμβάσεων έχει παρατηρηθεί ότι λίγο μπορεί να προσφέρει στο χώρο εργασίας του. Η παντελής απουσία εκπαίδευσης πάνω στην ιστορία του χώρου που εργάζονται και η δυνατότητα τους να παρέχουν ακόμα και πληροφορίες στο κοινό, καθιστά τους αρχαιοφύλακες κοινά security συχνά με την αντίστοιχη συμπεριφορά. Όμως η πραγματικά αποτελεσματική φύλαξη είναι η δυνατότητα να εξηγεί κανείς πιστικά τους ουσιαστικούς λόγους για τους οποίους σεβόμαστε τα μνημεία και τους ιστορικούς τόπους και όχι ο φόβος και η απειλή των συνεπειών. Οι πολίτες δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται καταρχήν ως πιθανή απειλή, αλλά αντίθετα ως δυνάμει προστάτες του χώρου.

Παναγιώτης B-T

Advertisements